Cram

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkræm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kræm/ ,USA pronunciation: respelling(kram)

Inflections of 'cram' (v): (⇒ conjugate)
crams
v 3rd person singular
cramming
v pres p
crammed
v past
crammed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cram [sth] into [sth] vtr + prep(fit [sth] into small space)στριμώχνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)στουμπώνω, χώνω, παραχώνω ρ μ
 I tried to cram all my clothes into one suitcase, but then I couldn't shut it.
 Προσπάθησα να στριμώξω τα ρούχα μου όλα σε μία βαλίτσα, αλλά μετά δεν μπορούσα να την κλείσω.
cram [sth] into [sth] vtr + prepfigurative (fit [sth] into limited time) (μεταφορικά)στριμώχνω ρ μ
 We crammed a lot of sightseeing into our three days in Paris.
 Στριμώξαμε πολλά αξιοθέατα στις τρεις μέρες μας στο Παρίσι.
cram [sth] in,
cram in [sth]
vtr + adv
informal (fit in: a large amount) (καθομιλουμένη)στριμώχνω ρ μ
 I was able to cram in another few hours of work before I had to leave.
 Martin's stomach was full, but he managed to cram in another cookie.
 Μπόρεσα και στρίμωξα μερικές ακόμα ώρες δουλειά πριν χρειαστεί να φύγω. // Το στομάχι του Μάρτιν ήταν γεμάτο, αλλά μπόρεσε να στριμώξει ακόμη ένα μπισκότο.
cram [sth] in,
cram in [sth]
vtr + adv
figurative (fit [sth] into limited time) (μεταφορικά)στριμώχνω ρ μ
  χωράω ρ μ
 I only had a four-hour stopover in Tokyo, but I managed to cram a lot in.
cram viinformal (prepare for an exam) (εντατικά)διαβάζω ρ αμ
  μελετάω, μελετώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μτφ)σκοτώνομαι στο διάβασμα έκφρ
 Carol tried to pass the test by cramming the night before.
 Η Κάρολ προσπάθησε να περάσει το τεστ διαβάζοντας την προηγούμενη νύχτα.
cram for [sth] vi + prepinformal (revise for exam) (για κάτι: εντατικά)διαβάζω ρ αμ
  μελετάω, μελετώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μτφ)σκοτώνομαι στο διάβασμα έκφρ
 Dan stayed up all night cramming for the final exam and then slept right through it!
 Ο Νταν έμεινε ξύπνιος όλο το βράδυ διαβάζοντας για την τελική εξέταση και μετά κοιμήθηκε κατά τη διάρκειά της!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cram-full adj(as full as possible)εντελώς γεμάτος φρ ως επίθ
 (καθομιλουμένη)παστωμένος μτχ πρκ
  τιγκαρισμένος μτχ πρκ
  τίγκα επίθ άκλ
cram-full of [sth/sb],
cram-full with [sth/sb]
adj + prep
(packed with [sth/sb](με κπ/κτ)εντελώς γεμάτος φρ ως επίθ
 (καθομιλουμένη)παστωμένος μτχ πρκ
  τιγκαρισμένος μτχ π
 (σε κπ/κτ)τίγκα επίθ άκλ
 The 8 a.m. train was cram-full of commuters.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Cram' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Cram στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Cram».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!