• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Ms. (US),
Ms (UK)
n
abbreviation (woman's title) (συντομογραφία: κυρία)Κα ουσ θηλ
 Ms. Carter was the substitute teacher on Wednesday.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Master of Science n(postgraduate science degree)Μάστερ ουσ ουδ άκλ
  μεταπτυχιακό επίθ ως ουσ
  μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης φρ ως ουσ ουδ
 The Institute offers tuition leading to Master of Arts (MA) and Master of Science (MSc) degrees.
Master of Science n(holder of postgraduate science degree)κάτοχος Μάστερ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη)που έχει μάστερ περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση MS. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «MS.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!