• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: PT, pt

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
PT,
P.T.
n
initialism (physical therapy)φυσιοθεραπεία ουσ θηλ
PT,
P.T.
n
US, historical, initialism (postal telegraph)τηλεγράφημα ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Pt nabbreviation (chemistry: platinum)Pt ουσ θηλ άκλ
pt,
pt.
n
invariable, abbreviation (pint, pints)πίντα ουσ θηλ
pt,
pt.
n
abbreviation (point)σημείο ουσ ουδ
pt,
Pt.,
pt.
n
abbreviation (port)θύρα ουσ θηλ
pt,
pt.
n
abbreviation (part)μέρος ουσ ουδ
pt,
pt.
n
abbreviation (payment)πληρωμή ουσ θηλ
pt,
pt.
n
abbreviation (preterit)παρελθοντικός επίθ
pt,
p.t.
adj
initialism (pro tempore)προσωρινός επίθ
pt,
p.t.
n
initialism (past tense)αόριστος ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pt nwritten, abbreviation (patient)ασθενής ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Pt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Pt στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Pt».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!