| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| above-the-line adj | figurative (of current expenses) | καταχωρίσεις που δείχνουν πώς διανέμονται τα κέρδη ή οι απώλειες εταιρείας σε υπολογισμούς |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| above-the-line adj | figurative (advertising: in mass media) | μαζικός επίθ |
| | | στα μέσα, στα ΜΜΕ περίφρ |
| above the line expr | figurative (of current expenses) | καταχωρίσεις που δείχνουν πώς διανέμονται τα κέρδη ή οι απώλειες εταιρείας σε υπολογισμούς |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| above the line expr | figurative (advertising: in mass media) | above the line έκφρ |