Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

aching tooth


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο aching παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tooth
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: aching, ache

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aching adj(hurting)πονεμένος μτχ πρκ
  που πονάει περίφρ
 Julia sat down on a tree stump to rest her aching legs.
 Η Τζούλια κάθισε σε μία ρίζα δέντρου για να ξεκουράσει τα πονεμένα πόδια της.
aching adjfigurative (feeling: sad, yearning) (μεταφορικά)πληγωμένος, πονεμένος μτχ πρκ
 (μεταφορικά, λόγιος)λαβωμένος μτχ πρκ
 Nothing could soothe Jane's aching heart following the death of her beloved dog.
 Τίποτα δε μπορούσε να ηρεμήσει την πονεμένη καρδιά της Τζέιν μετά τον θάνατο του αγαπημένου της σκύλου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ache n(pain)πόνος ουσ αρσ
 Laura complained of an ache in one of her teeth.
 Η Λώρα παραπονιόταν για πόνο σε ένα από τα δόντια της.
ache nfigurative (yearning) (μεταφορικά)πόνος ουσ αρσ
 There is an ache in my heart since you left me.
 Έχω έναν πόνο στην καρδιά μου αφότου με άφησες.
ache vi(hurt)πονάω, πονώ ρ αμ
 Audrey's legs ached after the long hike.
 After moving heavy furniture all day, Jim's body ached.
 Τα πόδια της Ώντρεϋ πονούσαν μετά από τη μεγάλη πεζοπορία. // Αφού μετέφερε βαριά έπιπλα όλη την ημέρα, το σώμα του Τζιμ πονούσε.
ache for [sth] vi + prepfigurative (yearn for)λαχταράω, λαχταρώ ρ μ
 After many years abroad, Bob ached for his homeland.
 Μετά από πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Μπομπ λαχταρούσε την πατρίδα του.
ache for [sb] vi + prepfigurative (yearn for)λαχταράω, λαχταρώ ρ μ
 Helen ached for the man she could not be with.
 Η Χέλεν λαχταρούσε τον άνδρα, με τον οποίον δεν μπορούσε να είναι μαζί.
ache to do [sth] v expr(yearn, long to do) (να κάνω κάτι)λαχταράω, λαχταρώ ρ μ
 When it's this cold, I ache to go to the Bahamas.
 Όταν κάνει τόσο κρύο, λαχταρώ να πάω στις Μπαχάμες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ache | aching
ΑγγλικάΕλληνικά
eye ache n(pain in eye area)πόνος στα μάτια φρ ως ουσ αρσ
stomachache,
stomach ache
n
(pain in the stomach)στομαχόπονος, κοιλόπονος ουσ αρσ
 The kids got a stomachache from eating too much candy on Halloween.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aching tooth στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «aching tooth».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!