• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assault n(attack)επίθεση ουσ θηλ
  βιαιοπραγία ουσ θηλ
 The assault Carrie suffered left her bruised and bloodied.
 Μετά την επίθεση η Κάρυ ήταν μέσα στις μελανιές και τα αίματα.
assault n(legal: threat of attack)απόπειρα βιαιοπραγίας φρ ως ουσ θηλ
 Everyone was shocked when the mild-mannered music teacher was charged with assault.
 Όλοι σοκαρίστηκαν όταν ο καθηγητής μουσικής με τους γλυκούς τρόπους κατηγορήθηκε για απόπειρα βιαιοπραγίας.
assault n(military attack) (στρατιωτική)επίθεση ουσ θηλ
 The troops were caught by surprise in an all-out assault.
 Τα στρατεύματα πιάστηκαν στον ύπνο κατά την ολοσχερή επίθεση.
assault [sb] vtr(attack)επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 The two men assaulted James while he was walking in the park.
 Οι δύο άνδρες επιτέθηκαν στον Τζέιμς όταν περπατούσε στο πάρκο.
assault [sb] vtroften passive (abuse sexually)επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 (εγώ ο ίδιος)δέχομαι σεξουαλική επίθεση, πέφτω θύμα σεξουαλικής επίθεσης περίφρ
 Becky was assaulted while walking through the isolated parking lot after dark.
 Η Μπέκι έπεσε θύμα σεξουαλικής επίθεσης ενώ περπατούσε στο απόμερο πάρκινγκ μέσα στη νύχτα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aggravated assault n(assault committed with weapon)βιαιοπραγία ουσ θηλ
 Police have charged the 23-year-old man with aggravated assault.
air assault n(military strike from aircraft)αεροπορική επιδρομή επίθ + ουσ θηλ
 We believe that the leader was killed in an air assault from a pilot-less drone.
assault and battery n(crime: direct physical assault)χειροδικία, επίθεση ουσ θηλ
assault course n(military obstacle course) (για στρατιώτες)πεδίο εκγύμνασης με εμπόδια φρ ως ουσ ουδ
an assault on the senses n(overwhelming noise, color, smells)διαταράσσω τις αισθήσεις περίφρ
 (πιο γενικά)βασανιστήριο ουσ ουδ
 A walk through the market is an assault on the senses; there is so much noise and activity.
assault rifle n(automatic machine gun) (όπλο)αυτόματο τουφέκι επίθ + ουσ ουδ
 I really don't believe that you bought that assault rifle to go deer hunting.
assault weapon n(semi-automatic firearm)όπλο εφόδου φρ ως ουσ ουδ
indecent assault n(sexual attack or abuse)σεξουαλική παρενόχληση έκφρ
 Jack was found guilty of indecent assault on some children in his care.
sexual assault n(abuse or violence of a sexual nature)σεξουαλική κακοποίηση επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση assaulter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «assaulter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!