| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| assault n | (attack) | επίθεση ουσ θηλ |
| | | βιαιοπραγία ουσ θηλ |
| | The assault Carrie suffered left her bruised and bloodied. |
| | Μετά την επίθεση η Κάρυ ήταν μέσα στις μελανιές και τα αίματα. |
| assault n | (legal: threat of attack) | απόπειρα βιαιοπραγίας φρ ως ουσ θηλ |
| | Everyone was shocked when the mild-mannered music teacher was charged with assault. |
| | Όλοι σοκαρίστηκαν όταν ο καθηγητής μουσικής με τους γλυκούς τρόπους κατηγορήθηκε για απόπειρα βιαιοπραγίας. |
| assault n | (military attack) (στρατιωτική) | επίθεση ουσ θηλ |
| | The troops were caught by surprise in an all-out assault. |
| | Τα στρατεύματα πιάστηκαν στον ύπνο κατά την ολοσχερή επίθεση. |
| assault [sb]⇒ vtr | (attack) | επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ |
| | The two men assaulted James while he was walking in the park. |
| | Οι δύο άνδρες επιτέθηκαν στον Τζέιμς όταν περπατούσε στο πάρκο. |
| assault [sb] vtr | often passive (abuse sexually) | επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ |
| | (εγώ ο ίδιος) | δέχομαι σεξουαλική επίθεση, πέφτω θύμα σεξουαλικής επίθεσης περίφρ |
| | Becky was assaulted while walking through the isolated parking lot after dark. |
| | Η Μπέκι έπεσε θύμα σεξουαλικής επίθεσης ενώ περπατούσε στο απόμερο πάρκινγκ μέσα στη νύχτα. |