• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bad taste n(lack of discernment)κακό γούστο επίθ + ουσ ουδ
 I've always had bad taste in clothing.
bad taste n(inappropriateness)ακαταλληλότητα ουσ θηλ
 (ενέχει προσβολή)απρέπεια ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε κάθε περίπτωση, πχ η πρόταση αποδίδεται ως [Θεώρησα το ανέκδοτο απρεπές».
 I thought the joke was in bad taste.
bad taste nfigurative (disgust or displeasure) (μεταφορικά)άσχημη γεύση επίθ + ουσ θηλ
 The incident left a bad taste in my mouth.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in bad taste adv(distastefully or insensitively)κακόγουστα, ακαλαίσθητα επίρ
 (ενέχει προσβολή)απρεπώς επίρ
 Some people have accused the comedian of behaving in bad taste.
in bad taste adj(distasteful or insensitive)κακόγουστος, ακαλαίσθητος επίθ
 (ενέχει προσβολή)απρεπής επίθ
 That comment was in bad taste.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bad taste' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bad taste στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bad taste».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!