• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bracelet n(decorative wrist chain)βραχιόλι ουσ ουδ
 (παλαιό, πιο σπάνιο)μπρασελέ ουσ ουδ άκλ
 Carrie received a diamond bracelet for her birthday.
 Η Κάρυ έλαβε ως δώρο ένα διαμαντένιο βραχιόλι για τα γενέθλιά της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ankle bracelet n(jewellery worn on the ankle) (μεταλλική)αλυσίδα ποδιού φρ ως ουσ θηλ
  βραχιόλι ποδιού φρ ως ουσ ουδ
 Rachel wore a silver ankle bracelet with a tiny heart charm.
charm bracelet n(wrist chain with small ornaments)βραχιόλι-φυλαχτό, βραχιόλι φυλαχτό φρ ως ουσ ουδ
  βραχιόλι με γούρια περίφρ
 She received a new decoration for her charm bracelet for her birthday each year.
watch bracelet n(metal strap of a wristwatch) (ρολογιού)μπρασελέ ουσ ουδ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 This watch bracelet is too loose.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bracelets στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bracelets».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!