| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
characterize [sth], also UK: characterise [sth]⇒ vtr | (be typical of [sth]) | χαρακτηρίζω ρ μ |
| | | αποτελώ χαρακτηριστικό γνώρισμα περίφρ |
| | Hot days and cool nights characterize the summers here. |
| | Οι ζεστές μέρες και οι δροσερές νύχτες χαρακτηρίζουν τα καλοκαίρια αυτού του τόπου. |
| | Οι ζεστές μέρες και οι δροσερές νύχτες αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του καλοκαιριού εδώ. |
characterize [sth] as [sth], also UK: characterise [sth] as [sb] vtr + prep | (depict, portray [sth]) | χαρακτηρίζω ρ μ |
| | The mood in the debate could be characterised as hostile. |
| | Το κλίμα στη συζήτηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εχθρικό. |