• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
characterize [sth],
also UK: characterise [sth]
vtr
(be typical of [sth])χαρακτηρίζω ρ μ
  αποτελώ χαρακτηριστικό γνώρισμα περίφρ
 Hot days and cool nights characterize the summers here.
 Οι ζεστές μέρες και οι δροσερές νύχτες χαρακτηρίζουν τα καλοκαίρια αυτού του τόπου.
 Οι ζεστές μέρες και οι δροσερές νύχτες αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του καλοκαιριού εδώ.
characterize [sth] as [sth],
also UK: characterise [sth] as [sb]
vtr + prep
(depict, portray [sth])χαρακτηρίζω ρ μ
 The mood in the debate could be characterised as hostile.
 Το κλίμα στη συζήτηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εχθρικό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση characterised στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «characterised».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!