• WordReference
  • Definition
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: copyrighted, copyright

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
copyrighted adj(intellectual property: protected)που έχει κατοχυρωμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας περίφρ
 (καθομιλουμένη)που είναι κοπιράιτ περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
copyright n(ownership)πνευματικά δικαιώματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας περίφρ
 The author has the copyright, so we needed his permission to make the film.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
copyright [sth] vtr(get copyright on)κατοχυρώνω πνευματικά δικαιώματα περίφρ
  κατοχυρώνω δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας περίφρ
 It's not practical to copyright clothing designs.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
copyright | copyrighted
ΑγγλικάΕλληνικά
infringement of copyright n(illegal use of [sb] else's material)τυποκλοπία, παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση copyright(ed) στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «copyright(ed)».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!