| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| dead and gone adj | (dead, deceased) | νεκρός, πεθαμένος επίθ |
| | Cyril has been dead and gone for over twenty years now. |
| dead and gone adj | figurative (long since over, finished) (μεταφορικά) | που έχει πεθάνει έκφρ |
| | (μεταφορικά, ανεπίσημο) | που έχει ψοφήσει έκφρ |
| | (μεταφορικά) | νεκρός επίθ |
| | (μεταφορικά, ανεπίσημο) | ψόφιος επίθ |
| Σχόλιο: Για να δώσουμε έμφαση στο ότι έχει περάσει καιρός, μπορούμε να προσθέσουμε χρονικούς προσδιορισμούς, π.χ. έχει πεθάνει εδώ και καιρό, έχει πεθάνει χρόνια τώρα κ.ά. |
| | The mining industry in this country is dead and gone. |