• WordReference
  • Definition
Ο όρος 'dicky bow' παραπέμπει στον όρο ''dicky bow''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'dicky bow' is cross-referenced with ''dicky bow''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: dicky bow, dickey

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dicky bow nUK, informal (bow tie)παπιγιόν ουσ ουδ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dicky,
dickey
adj
UK, slang (device: malfunctioning)χαλασμένος επίθ
 (αποδοκιμασίας)σαραβαλιασμένος μτχ πρκ
 I'll show you how to turn on that dicky heater; there's a knack to it.
dicky,
dickey
adj
UK, slang (heart, stomach: unwell)αδύναμος επίθ
  που έχει πρόβλημα περίφρ
 (μεταφορικά: στομάχι)χαλασμένος επίθ
 Martin has to take it easy, as he's got a dicky ticker.
 I must have eaten something that didn't agree with me; I've got a dicky tummy.
 Ο Μάρτιν πρέπει να προσέχει, έχει αδύναμη καρδιά.
 Ο Μάρτιν πρέπει να προσέχει, η καρδιά του έχει πρόβλημα.
dickey,
dicky,
dickie
n
(detachable shirt front or collar)αφαιρούμενο κολάρο περίφρ
  αφαιρούμενο μπροστινό μέρος σε πουκάμισο περίφρ
dicky,
dickey,
dickie,
dicky bow,
dickey bow,
dickie bow
n
UK (bow tie)παπιγιόν ουσ ουδ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dickey ndated (male donkey)γάιδαρος ουσ αρσ
dickey n(child's bib)σαλιάρα ουσ θηλ
dickey,
dickeybird,
dicky,
dickybird
n
infantile (small bird)πουλάκι ουσ ουδ
 (παιδικό)τσίου τσίου ουσ ουδ άκλ
dickey,
dickey box
n
(driver's seat on a carriage)θέση οδηγού φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dicky bow στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dicky bow».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!