|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | downward adj | (moving down) | καθοδικός, πτωτικός επίθ | | | | κατηφορικός επίθ | | | The falling man's downward trajectory was interrupted by the awning of the café. | | downward adj | (declining) (μεταφορικά) | καθοδικός, πτωτικός επίθ | | | | κατηφορικός επίθ | | | The team ended its downward spiral by winning three games in a row. | | | Η ομάδα έδωσε τέλος στην πτωτική πορεία της, κερδίζοντας τρία συνεχόμενα παιχνίδια. | downward, downwards adv | (direction: down) | προς τα κάτω φρ ως επίρ | | | | με κατεύθυνση προς τα κάτω, με καθοδική πορεία φρ ως επίρ | | | (επίσημο) | καθοδικά, πτωτικά επίρ | | | (καθομιλουμένη) | κατηφορικά επίρ | | | The plane was heading downwards towards the runway. | | | Το αεροπλάνο ακολουθούσε καθοδική πορεία προς τον διάδρομο προσγείωσης. | downward, downwards adv | (growing worse) | χαμηλότερα επίρ | | | | πιο χαμηλά φρ ως επίρ | | | Until these recent wins, the team seemed to be spiraling downward. | | | Μέχρι τις πρόσφατες νίκες, η ομάδα φαίνονταν να πέφτει όλο και χαμηλότερα. |
Ο όρος 'downwards' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|