| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| dreary adj | (weather: dull) | μουντός επίθ |
| | It was a dreary day and Luke didn't feel like going out. |
| | Ήταν μια μουντή μέρα και ο Λουκ δεν είχε διάθεση να βγει έξω. |
| dreary adj | (personality: dull) | βαρετός, ανιαρός επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | μίζερος επίθ |
| | The new guy at work is so dreary that I try to avoid talking to him. |
| | Το νέο παιδί στη δουλειά είναι τόσο βαρετό που αποφεύγω να μιλάω μαζί του. |
| dreary adj | (task: boring) | βαρετός, ανιαρός επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | αγγαρεία, χαμαλοδουλειά ουσ θηλ |
| | I don't think the boss likes me; she always gives me the dreary work to do. |
| | Δε νομίζω πως με συμπαθεί το αφεντικό. Πάντα μου δίνει να κάνω την χαμαλοδουλειά. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "drearily" στο Greek φόρουμ.Drearily - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «drearily».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά