| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| entire adj | (whole) | ολόκληρος, όλος επίθ |
| | | ολάκερος επίθ |
| | | πλήρης επίθ |
| | He ate the entire apple. |
| | Έφαγε ολόκληρο (or: όλο) το μήλο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| entire adj | (complete) | ολόκληρος επίθ |
| | (μεταφορικά) | πλήρης επίθ |
| | This was more than a few books; this was an entire library. |
| | Αυτό ήταν κάτι παραπάνω από μερικά βιβλία. Αυτό ήταν μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. |
| entire adj | (all) | ολόκληρος, όλος επίθ |
| | The entire audience rose as one to applaud. |
| | Ολόκληρο (or: Όλο) το κοινό σηκώθηκε για να χειροκροτήσει. |
| entire adj | (all parts) | ολόκληρος, όλος επίθ |
| | | πλήρης επίθ |
| | We have the entire skeleton of that dinosaur. |
| | Έχουμε ολόκληρο (or: όλο) τον σκελετό αυτού του δεινοσαύρου. |
| entire adj | (not gelded) | που δεν είναι ευνουχισμένος περίφρ |
| | The stallion was entire and went on to sire several winners. |
| | Ο επιβήτορας δεν ήταν ευνουχισμένος και έφερε στον κόσμο αρκετούς νικητές. |
Ο όρος 'entire(' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: