| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| exemplify [sth]⇒ vtr | (be an example of) | αποτελώ παράδειγμα, αποτελώ πρότυπο έκφρ |
| | Her conduct at the hearing exemplifies dignity and patience. |
| | Η συμπεριφορά της στην ακρόαση αποτελεί πρότυπο αξιοπρέπειας και υπομονής. |
| exemplify [sth] vtr | (show by example) | αποτελώ παράδειγμα, αποτελώ πρότυπο έκφρ |
| | | δίνω το παράδειγμα του κτ έκφρ |
| | Teachers must try to exemplify honour and respect for their students. |
| | Οι δάσκαλοι πρέπει να προσπαθούν να αποτελούν πρότυπο τιμής και σεβασμού για τους μαθητές τους. |
Ο όρος 'exemplifying' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: