• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
facial adj(of the face)του προσώπου περίφρ
  στο πρόσωπο περίφρ
 (στην ανατομία)προσωπικός επίθ
 The man had striking facial features.
facial n(beauty treatment) (θεραπεία)περιποίηση προσώπου φρ ως ουσ θηλ
 I've got a coupon for a free facial at the salon.
facial adj(products: for the face) (κρέμα κτλ.)για το πρόσωπο περίφρ
 Facial creams often claim to get rid of wrinkles.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
facial appearance n(looks)εμφάνιση του προσώπου φρ ως ουσ θηλ
 From his facial appearance, I thought he was only about 35.
facial expression n(look, gesture of the face)έκφραση του προσώπου ουσ θηλ
 I could tell by his facial expression that he was angry at me.
facial hair n(moustache, beard, etc.) (γενικά)τριχοφυία προσώπου ουσ θηλ
 (για άντρες)γενειάδα ουσ θηλ
 (για άντρες)μούσι, γένι ουσ ουδ
 There is considerable social stigma associated with facial hair in women.
facial scrub n(exfoliating product for face)scrub προσώπου, scrub απολέπισης προσώπου φρ ως ουσ ουδ
 Use a facial scrub to remove impurities from the skin.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση facially στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «facially».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!