|
|
From facility (n): npl: facilities
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | facility n | (building, unit) | εγκαταστάσεις ουσ θηλ πλ | | | | μονάδα ουσ θηλ | | | (κυρίως για φυλακές) | κατάστημα ουσ ουδ | | | A new facility for mental health patients is being built on the edge of town. | | facility n | (feature) | λειτουργία ουσ θηλ | | | This image editor has the facility to create slideshows. | | | Αυτό το πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας έχει μια λειτουργία για δημιουργία προβολής διαφανειών. | | facilities npl | (services available) | παροχές ουσ θηλ πλ | | | | υπηρεσίες ουσ θηλ πλ | | | To use the hotel's facilities, such as the swimming pool, you'll need to give your room number. | | facility n | (capacity) | ευκολία ουσ θηλ | | | | ικανότητα | | | She has a facility for learning foreign languages. | | | Έχει ευκολία στο να μαθαίνει ξένες γλώσσες. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | facility n | (dexterity) | επιδεξιότητα ουσ θηλ | | | At the final hole, he showed his true facility with a putter. | | | Στην τελευταία τρύπα έδειξε την πραγματική του επιδεξιότητα με ένα κοντό ρόπαλο γκολφ. |
Ο όρος 'facilities' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|