• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
findings npl(discoveries)ευρήματα ουσ ουδ πλ
 These findings will lead scientists to re-evaluate other fossils.
 Αυτά τα ευρήματα θα οδηγήσουν τους επιστήμονες στο να επανεξετάσουν άλλα απολιθώματα.
finding n(law: conclusion, verdict)πόρισμα ουσ ουδ
 The court issued its finding in the case yesterday.
 Το δικαστήριο εξέδωσε χθες το πόρισμά του για την υπόθεση.
findings nplUS (jewelery maker's accessories)υλικά και εργαλεία κοπτοραπτικής και αργυροχρυσοχοΐας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Jana bought beads and findings to make a necklace.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fact-finding mission n(effort to find evidence)αποστολή εύρεσης στοιχείων φρ ως ουσ θηλ
  αποστολή εύρεσης αποδείξεων φρ ως ουσ θηλ
faultfinding (US),
fault-finding (UK)
n
(criticism, nitpicking)κριτική ουσ θηλ
  επίκριση ουσ θηλ
faultfinding (US),
fault-finding (UK)
adj
(critical)επικριτικός επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'findings' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση findings στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «findings».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!