• WordReference
  • Definition
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
for yourself adv(to benefit you)για μένα περίφρ
  για τον εαυτό μου περίφρ
 (όφελος, κέρδος)για το καλό μου περίφρ
 Lola wears make-up for herself, not to impress anyone else.
for yourself adv(independently, alone)μόνος μου περίφρ
 I don't need help putting up the shelves; I can do it for myself.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
carve [sth] out for yourself,
carve out [sth] for yourself
vtr phrasal sep
figurative (career, etc.: build up) (καριέρα)κάνω ρ μ
 (μεταφορικά)χτίζω ρ μ
 She's succeeded in carving out a nice career for herself in marketing.
 Κατάφερε να κάνει καλή καριέρα στο μάρκετινγκ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
brace yourself for [sth] v exprfigurative (prepare for shock) (για κτ)προετοιμάζομαι ρ αμ
 (μεταφορικά: για κτ)οπλίζομαι με θάρρος έκφρ
 Everyone is bracing themselves for the foot of snow forecast for tonight.
 Όλοι προετοιμάζονται για τα 30 εκατοστά χιόνι που προβλέπονται για απόψε.
brace yourself for [sth] v expr(prepare for impact)προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  κρατιέμαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 Seeing that there was no way to escape, Joel braced himself for the blow of the other man's fist.
carve out a niche for yourself v exprfigurative (find your role, trade)βρίσκω την θέση μου περίφρ
  δημιουργώ το κοινό μου περίφρ
carve out a niche for yourself in [sth] v exprfigurative (find your role, trade)βρίσκω τον ρόλο μου σε κτ περίφρ
  βρίσκω τη θέση μου σε κτ περίφρ
do [sth] for yourself v expr(do for your own sake)κάνω κτ για τον εαυτό μου, κάνω κτ για μένα περίφρ
 If you're going to study medicine, make sure you're doing it for yourself, not because your parents expect it of you.
 Αν θέλεις να σπουδάσεις Ιατρική βεβαιώσου ότι το κάνεις για τον εαυτό σου και όχι επειδή το θέλουν οι γονείς σου.
do [sth] for yourself v expr(have a treat)κάνω κάτι για τον εαυτό μου, κάνω κάτι για μένα περίφρ
  ασχολούμαι με τον εαυτό μου, φροντίζω τον εαυτό μου περίφρ
 You are always looking out for others, so take a week off to do something for yourself.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πήρα μια εβδομάδα άδεια και αποφάσισα να κάνω κάτι για τον εαυτό μου.
do well for yourself v exprinformal (be successful)τα πάω καλά έκφρ
 You've obviously done well for yourself.
 Προφανώς τα πήγες καλά.
fend for yourself v expr(manage, cope alone)τα βγάζω πέρα μόνος μου έκφρ
 Julian left home at 18 and learned to fend for himself.
kick yourself for [sth] v exprinformal, figurative (regret [sth])τα βάζω με τον εαυτό μου για κτ έκφρ
 He kicked himself for not remembering to pack his torch.
make a big name for yourself v expr(become famous) (καθομιλουμένη, μτφ)γίνομαι όνομα, γίνομαι μεγάλο όνομα ρ έκφρ
  γίνομαι διάσημος ρ έκφρ
  αποκτώ κύρος περίφρ
 After his book was published he made a big name for himself in literary circles.
put yourself out for [sb] v exprinformal (go to trouble for [sb])μπαίνω σε κόπο για κπ έκφρ
 (καθομιλουμένη)ξεβολεύομαι για κπ ρ αμ + πρόθ
 As he's let me down over and over again, I'm not going to put myself out for him.
sorry for yourself adj(self-pitying)λυπάμαι τον εαυτό μου έκφρ
  αισθάνομαι αυτολύπυση ρ μ + ουσ θηλ
 There's no point in feeling sorry for yourself; you just have to move on with your life.
 The stray dog looked so sorry for himself that Sue's heart melted, and she took him home with her.
speak for yourself v exprinformal (that is not my opinion)για σένα, όχι για μένα περίφρ
  εμένα όχι, εμένα πάλι όχι περίφρ
  δεν συμφωνώ περίφρ
  διαφωνώ ρ αμ
Σχόλιο: Υπάρχουν πολλές εναλλακτικές αποδόσεις ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Ο αγγλικός όρος εκφράζει τη μη συμφωνία με τα όσα ειπώθηκαν.
 "I really liked the film." "Speak for yourself!"
 «Μου άρεσε πολύ η ταινία.» «Εμένα πάλι όχι.»
stand up for yourself v expr(defend yourself)υπερασπίζομαι τον εαυτό μου έκφρ
 Suzie has to learn to stand up for herself.
steel yourself,
steel yourself for [sth],
steel yourself to do [sth]
vtr + refl
(get ready to face a challenge)ετοιμάζομαι για κτ, προετοιμάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  ετοιμάζομαι να κάνω κτ, προετοιμάζομαι να κάνω κτ περίφρ
 Steel yourself, because big changes are coming!
think for yourself v expr(be capable of independent thought)σκέφτομαι αυτόνομα ρ αμ + επίρ
  σκέφτομαι μόνος μου περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'for yourself' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση for yourself στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «for yourself».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!