• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fowl n(domestic: poultry) (οικόσιτο)πουλερικό ουσ ουδ
 We saw several kinds of exotic fowl in the market.
fowl n(wild: game) (κυνήγι)πτηνό, πουλί, αγριοπούλι ουσ ουδ
 Hunters come to the area for deer and fowl.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
guinea fowl,
guineafowl,
guinea
n
(poultry bird)φραγκόκοτα ουσ θηλ
 Guinea fowl meat tastes a lot like chicken.
 Το κρέας της φραγκόκοτας μοιάζει πολύ στη γεύση με το κοτόπουλο.
neither fish nor fowl,
neither fish nor flesh
expr
(neither one or the other)ούτε το ένα ούτε το άλλο έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fowling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fowling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!