• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
from home adv(away from where one lives)μακριά από το σπίτι επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 It was beginning to snow and I was still an hour from home.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
away from home expr(not where you live)μακριά από το σπίτι έκφρ
home away from home n(place [sb] feels comfortable)σαν το σπίτι μου περίφρ
 Although it's not my country, Japan is my home away from home.
 Αν και δεν είναι η χώρα μου, νιώθω σαν στο σπίτι μου στην Ιαπωνία.
work from home v expr(do your job from own house)εργάζομαι από το σπίτι, δουλεύω από το σπίτι έκφρ
 When the lockdown here was lifted, many people continued working from home.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'from home' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση from home στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «from home».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!