• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
furrow n(ground: ditch, groove)αυλάκι ουσ ουδ
  χαντάκι ουσ ουδ
 The corn is planted in furrows 18 inches apart.
furrow n(face: wrinkle)ρυτίδα ουσ θηλ
 (πιο λεπτή)γραμμή ουσ θηλ
 The lipstick seemed to creep into the little furrows around her mouth.
furrow n(forehead: frown)ρυτίδα ουσ θηλ
 (μεταφορικά)χαρακιά ουσ θηλ
 There are furrows in his forehead when he concentrates.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'furrowed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση furrowed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «furrowed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!