• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
giggle vi(laugh)χαχανίζω ρ αμ
  χαζογελάω, χαζογελώ ρ αμ
 (μεταφορικά)γελάω σαν χάνος έκφρ
 The boys giggled and whispered to each other.
 Τα αγόρια χαχάνιζαν και ψυθίριζαν μεταξύ τους.
giggle n(laugh)χαχανητό, χάχανο ουσ ουδ
 Kate let out a nervous giggle.
 Η Κέιτ έβγαλε ένα νευρικό χάχανο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση giggling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «giggling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!