|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο inflamed παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: appendix
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | inflamed (by [sth]) adj | (infected, swollen) | φλεγμένων μτχ ενεστ | | | | που έχει φλεγμονή, που φλεγμαίνει περίφρ | | | My grandmother has arthritis and her joints are inflamed. | | inflamed (by [sth/sb]) adj | figurative (exacerbated) (από κπ/κτ) | που έχει οξυνθεί περίφρ | | | The situation was inflamed by the politician's careless remarks. | | | Η κατάσταση οξύνθηκε από τα απερίσκεπτα σχόλια του πολιτικού. | | inflamed with [sth] adj + prep | figurative ([sb]: impassioned) (μεταφορικά: από κτ) | φουντωμένος μτχ πρκ | | | (μεταφορικά: από κτ) | παρασυρμένος μτχ πρκ | | Σχόλιο: Η αντιστοιχία δεν είναι ακριβής και δεν χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις. | | | He was inflamed with passion for her. | | inflamed (by [sth]) adj | figurative (emotion: roused) (μεταφορικά) | πυροδοτώ, φουντώνω ρ μ | | | (μεταφορικά) | πυροδοτούμαι από κτ, φουντώνω από κτ ρ αμ + πρόθ | | | (μεταφορικά: από κτ) | φουντωμένος μτχ πρκ | | | Her jealousy was inflamed by his friendship with her sister. | | | Η φιλία του με την αδερφή της πυροδότησε τη ζήλια της. | | | Η ζήλια της πυροδοτήθηκε από τη φιλία του με την αδερφή της. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | inflame [sth]⇒ vtr | figurative (stir, excite: emotions) (μτφ: αισθήματα) | πυροδοτώ ρ μ | | | | υποδαυλίζω, αναζωπυρώνω ρ μ | | | | αναμοχλεύω ρ μ | | | The president's passionate speech inflamed the audience. | | inflame [sth] vtr | figurative (intensify: a situation) (κατάσταση) | οξύνω, επιδεινώνω ρ μ | | | (μεταφορικά) | ανάβω φωτιές έκφρ | | | | ρίχνω λάδι στη φωτιά έκφρ | | | Chris inflamed my problem by continuing to talk about it. | | inflame [sth] vtr | figurative, usu passive (bodily organ: cause to swell) (σε κτ) | προκαλώ φλεγμονή περίφρ | | | (το ίδιο το όργανο) | φλεγμαίνω ρ αμ | | | The long run inflamed Albert's knee. | | inflame [sb]⇒ vtr | figurative (enrage or excite: [sb]) (θυμός) | εξοργίζω ρ μ | | | (ενθουσιασμός) | ξεσηκώνω, ενθουσιάζω ρ μ | | | (ανεπ, μτφ: θυμός) | φουντώνω ρ μ | | | The speaker inflamed the crowd with his angry words. | | inflame [sth]⇒ vtr | rare (set on fire) (σε κτ) | βάζω φωτιά περίφρ | | | | πυρπολώ ρ μ | | | The criminal inflamed the house to hide the evidence. |
|
|