• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intern,
interne
n
US (houseman: junior hospital doctor) (κάνει ειδικότητα)ειδικευόμενος μτχ ενεστ
 (εργάζεται με ασθενείς)κλινικός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 After med school, Erin became an intern at Lake County Hospital.
 Μετά την ιατρική, η Έριν έγινε ειδικευόμενη στο Νοσοκομείο της Λέικ Κάουντι.
intern,
interne
n
(trainee employee)ασκούμενος μτχ ενεστ
 (ανεπίσημο)πρακτικάριος ουσ αρσ
 When Jill worked as an intern she spent all day making copies and brewing coffee.
 Όταν η Τζιλ δούλευε ως ασκούμενη, περνούσε όλη τη μέρα βγάζοντας αντίγραφα και φτιάχνοντας καφέ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intern vi(work as a trainee)κάνω πρακτική άσκηση, κάνω άσκηση, κάνω πρακτική περίφρ
  κάνω μαθητεία περίφρ
 Josh interned at a local tech company over the summer.
intern vi(work as a junior doctor)κάνω ειδικότητα περίφρ
  παίρνω ειδικότητα περίφρ
 Megan interned at the university hospital to finish her nursing degree.
intern [sb] vtr(detain)φυλακίζω ρ μ
  θέτω υπό κράτηση περίφρ
 The US government interned Japanese immigrants all over the west coast during world war 2.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση interne στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «interne».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!