• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lament [sth] vtr(mourn: a death)θρηνώ, πενθώ ρ μ
 (με τραγούδι)μοιρολογώ ρ μ
 We lament the passing of Father Smith, our priest.
 Θρηνούμε τον θάνατο του πατέρα Smith, του ιερέα μας.
lament [sb] vtrusu passive (mourn for: [sb] dead)θρηνώ, πενθώ ρ μ
 (για εμένα τον ίδιο)με θρηνούν περίφρ
  πενθούν για μένα περίφρ
 My father was lamented at his funeral.
lament [sth] vtr(be sorry for)θλίβομαι, λυπάμαι, στενοχωριέμαι ρ αμ
 The director lamented your absence at the meeting.
 Ο διευθυντής λυπήθηκε για την απουσία σου από την σύσκεψη.
lament doing [sth] v expr(regret doing)μετανιώνω που έκανα κτ περίφρ
  νιώθω τύψεις που έκανα κτ περίφρ
  νιώθω θλίψη που έκανα κτ περίφρ
 The criminal lamented getting involved in the murder.
lament n(expression of grief)θρήνος ουσ αρσ
 (θρηνητικό τραγούδι)μοιρολόγι, μοιρολόι ουσ ουδ
 We could hear the laments of the women inside the compound.
lament n(song of mourning)μοιρολόγι, μοιρολόϊ ουσ ουδ
 The song is a lament for lost soldiers.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lamenting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lamenting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lamenting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!