• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'lined with' παραπέμπει στον όρο ''lined with''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'lined with' is cross-referenced with ''lined with''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: lined with, lined

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lined with [sth/sb] adj + prep(having a line of) (άτομα)έχω κπ παραταγμένο κατά μήκος μου έκφρ
  κπ είναι παραταγμένος κατά μήκος έκφρ
 (αντικείμενα)κτ βρίσκεται κατά μήκος έκφρ
  κτ βρίσκεται σε όλο το μήκος έκφρ
 The marathon route was lined with well-wishers.
lined with [sth] adj + prep(having a lining)επενδεδυμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  που έχει επένδυση από κτ έκφρ
 The coat was lined with the softest fleece.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lined adj(paper: ruled)με γραμμές περίφρ
  ριγέ επίθ άκλ
 The teacher required her students to write on lined paper.
lined adj(face: wrinkled)ρυτιδιασμένος μτχ πρκ
 Mrs. Smith's lined forehead shows her old age.
-lined adj(having [sth] all along)-
Σχόλιο: Used in combination
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I love to stroll along the tree-lined avenues of Paris.
 Λατρεύω να περπατώ στους δεντροφυτεμένους δρόμους του Παρισιού.
lined with [sth] adj + prep(having [sth] all along)που έχει κτ σε όλο το μήκος του περίφρ
  που είναι γεμάτος κτ περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες αποδόσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση.
 The street was lined with poplars.
 Ο δρόμος είχε δέντρα σε όλο το μήκος του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
lined | lined with
ΑγγλικάΕλληνικά
fleece-lined adj(jacket, etc.)με επένδυση φλις περίφρ
  επενδεδυμένος με φλις περίφρ
foam-lined adj(coated inside with spongy material)επενδυμένος με μονωτικό υλικό περίφρ
 When I buy frozen foods from the supermarket, I use a foam-lined bag to help keep it frozen whilst I take it home.
fur-lined coat n(overcoat lined with animal fur)παλτό με γουνάκι ουσ ουδ
Σχόλιο: παλτό: ξενικό, άκλιτο
 Supporters of PETA are against the production of fur-lined coats.
have [sth] lined up v exprinformal (have scheduled)έχω προγραμματίσει κτ περίφρ
  έχω κτ στο πρόγραμμα περίφρ
 (σε ερώτηση)τι λέει το πρόγραμμα περίφρ
 The weekend's almost here! What have you got lined up?
have [sth] lined up for [sth] v exprinformal (scheduled for a time)έχω προγραμματίσει κτ περίφρ
  έχω κτ στο πρόγραμμα περίφρ
 (σε ερώτηση)τι λέει το πρόγραμμα περίφρ
 We have three events lined up for next week.
lined notebook n(ruled book for writing in)ριγέ τετράδιο επίθ άκλ + ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)τετράδιο με γραμμές περίφρ
lined up adj(arranged in a line)παραταγμένος επίθ
  στοιχισμένος επίθ
  στη σειρά φρ ως επίρ
 All my action figures are lined up on the top shelf.
be lined up for [sth] exprinformal (set aside, ready)προορίζομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)έχω στην άκρη έκφρ
 Those funds are lined up for emergencies.
 Αυτά τα χρήματα προορίζονται για έκτακτες ανάγκες.
 Αυτά τα χρήματα τα έχουμε στην άκρη για έκτακτες ανάγκες.
tree-lined adj(bordered by trees)δενδρόφυτος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lined with' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lined with στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lined with».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!