• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
listen in vi phrasal(on a discussion)είμαι απλός ακροατής ρ έκφρ
 (χωρίς να συμμετέχω)παρακολουθώ ρ μ
 Gareth heard people arguing next door, so he put his ear to the wall to listen in.
listen in on [sth/sb],
listen in to [sth/sb]
vtr phrasal 3-part
(listen without talking)κρυφακούω ρ μ
  παρακολουθώ ρ μ
 The police used a hidden device to listen in on their informant's conversation with the suspect.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
listen in vi phrasal(to radio)ακούω ρ μ
  παρακολουθώ ρ μ
  είμαι ακροατής ρ έκφρ
 The DJ ended his show by saying 'Thanks for listening in!'
listen in vi phrasal(eavesdrop, listen secretly)κρυφακούω ρ μ
 We were looking for somewhere we could talk privately, without anyone listening in.
 Ψάχναμε ένα μέρος για να μπορέσουμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως, χωρίς να κρυφακούει κανείς.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'listen in' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση listen in στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «listen in».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!