• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
master bedroom n(largest bedroom in a house)κύριο υπνοδωμάτιο επίθ + ουσ ουδ
  κύρια κρεβατοκάμαρα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία όσον αφορά τα σπίτια στην Ελλάδα. Για ελληνικό σπίτι μάλλον θα λέγαμε "το μεγάλο υπνοδωμάτιο".
 Normally, the parents sleep in the master bedroom.
 The master bedroom was big enough to hold a sofa as well as the king-size bed.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'master bedroom' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση master bedroom στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «master bedroom».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!