• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mediate vi(arbitrate)μεσολαβώ ρ αμ
  λειτουργώ ως μεσολαβητής, λειτουργώ ως διαμεσολαβητής έκφρ
  αναλαμβάνω ρόλο μεσάζοντα έκφρ
 An outside party was called in to mediate in the dispute.
mediate [sth] vtr(arbitrate: in a dispute)μεσολαβώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  λειτουργώ ως μεσολαβητής σε κτ, λειτουργώ ως διαμεσολαβητής σε κτ έκφρ
  αναλαμβάνω ρόλο μεσάζοντα σε κτ έκφρ
 We called a lawyer to mediate the settlement.
mediate [sth] vtrformal (bring about)επιφέρω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mediating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mediating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mediating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!