• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pinup,
pin-up
n
(poster of glamorous woman)αφίσα με πίναπ γκερλς, αφίσα με pinup girls φρ ως ουσ θηλ
pinup,
pin-up
n
informal (attractive female celebrity)pinup girl, πίναπ γκερλ ουσ ουδ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pinup girl,
pin-up girl
n
informal (glamour model) (καθομιλουμένη)pinup girl φρ ως ουσ ουδ
 (πιο γενικά)μοντέλο ουσ ουδ
 That fellow has his bedroom wall plastered with magazine pin-up girls.
pinup girl,
pin-up girl
n
informal (attractive female celebrity) (γυναίκα, σελέμπριτι, ηθοποιός κλπ)σέξυ, σέξι, sexy επίθ άκλ
 (μεταφορικά)καυτή επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pin-up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pin-up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pin-up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!