• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
preemptive,
also UK: pre-emptive
adj
(anticipatory)προληπτικός επίθ
 (για να μην γίνει κάτι)προειδοποιητικός επίθ
 The military instigated a preemptive air strike.
preemptive,
also UK: pre-emptive
adj
(with prior right) (οικονομία: δικαίωμα)προαιρέσεως, προτιμήσεως, προαγοράς έκφρ
 (οικονομία: δικαίωμα)προτιμησιακός, προνομιακός επίθ
 (οικονομία, στρατός)προληπτικός επίθ
 The first bidder has the preemptive right to the purchase.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pre-emptive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pre-emptive στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pre-emptive».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!