• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiz n(game involving questions) (συνήθως γραπτό)κουίζ ουσ ουδ άκλ
  παιχνίδι ερωτήσεων, παιχνίδι γνώσεων φρ ως ουσ ουδ
 Do you want to take part in the quiz at the pub tonight?
 Θέλεις να πάρεις μέρος στο αποψινό παιχνίδι ερωτήσεων στην παμπ;
quiz nUS (test)τεστ ουσ ουδ άκλ
  διαγώνισμα ουσ ουδ
 Tomorrow there's going to be a quiz on what you've been learning this term.
 Αύριο θα γράψετε διαγώνισμα πάνω σε όσα μάθατε αυτό το εξάμηνο.
quiz [sb] vtr(question)κάνω ερωτήσεις σε κπ περίφρ
 (επίσημα ή αυστηρά)ανακρίνω ρ μ
 The police quizzed the witness for hours.
 Η αστυνομία έκανε ερωτήσεις στον μάρτυρα για πολλές ώρες.
quiz [sb] about [sth] vtr + prep(question about a topic)κάνω ερωτήσεις σε κπ για κτ περίφρ
  ρωτώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 (επίσημα ή αυστηρά)ανακρίνω κπ σχετικά με κτ περίφρ
 The police quizzed the witness about exactly what she had seen.
 Η αστυνομία έκανε ερωτήσεις στον μάρτυρα για το τι ακριβώς είχε δει.
quiz [sb] vtrUS (students: test)εξετάζω ρ μ
 (καθομ: γραπτό τεστ)βάζω τεστ σε κπ περίφρ
 The teacher quizzed his students yesterday.
 Ο καθηγητής έβαλε χτες τεστ στους μαθητές του.
quiz [sb] on [sth],
quiz [sb] about [sth]
vtr + prep
US (students: test on a subject) (σε κτ, πάνω σε κτ)εξετάζω ρ μ
 (καθομ, γραπτώς: σε κτ)βάζω τεστ σε κπ περίφρ
 The teacher quizzed her students on the Civil War.
 Ο καθηγητής εξέτασε τους μαθητές του πάνω στον εμφύλιο πόλεμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiz n as adj(involving a quiz)γνώσεων ουσ θηλ πλ
  ερωτήσεων ουσ θηλ πλ
 The local pub has a quiz night every Thursday.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pop quiz nmainly US (impromptu test)απροειδοποίητο τεστ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  απροειδοποίητο διαγώνισμα επίθ + ουσ ουδ
 If I had done my homework I might not have failed the pop quiz today.
quiz show n(TV or radio programme testing knowledge)τηλεπαιχνίδι ουσ ουδ
 This quiz show tests contestants' general knowledge.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quizzing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «quizzing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!