| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| recount [sth]⇒ vtr | (with object: tell, narrate) (λεπτομερώς) | διηγούμαι, αφηγούμαι ρ αμ |
| | | εξιστορώ ρ μ |
| | Old Joe recounted some of his best war stories. |
| | Ο γερο-Τζο διηγήθηκε (or: αφηγήθηκε) μερικές από τις καλύτερες πολεμικές ιστορίες του. |
| | Ο γερο-Τζο εξιστόρησε μερικές από τις καλύτερες πολεμικές ιστορίες του. |
recount that, recount how vtr | (with clause: tell) | αφηγούμαι ρ μ |
| | | λέω ρ μ |
| | | εξιστορώ ρ μ |
| | The old soldier recounted how his unit had defended themselves against the enemy. |
recount [sth], re-count [sth]⇒ vtr | (count again) | ξαναμετρώ ρ μ |
| | | κάνω επανακαταμέτρηση ρ μ + ουσ θηλ |
| | Ballots were recounted but the result was the same. |
| | Τα ψηφοδέλτια ξαναμετρήθηκαν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. |
| | Έγινε επανακαταμέτρηση των ψηφοδελτιών, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. |
recount, re-count n | (counting again) | επανακαταμέτρηση ουσ θηλ |
| | Opposition candidates are demanding a recount. |
| | Οι υποψήφιοι της αντιπολίτευσης απαιτούν επανακαταμέτρηση. |
Ο όρος 'recounted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: