• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refreshment nusually plural (food and drink) (φαγητό)σνακ ουσ ουδ άκλ
 (ποτό)αναψυκτικό ουσ ουδ
 (γενικά)κάτι να φάμε και να πιούμε περίφρ
 We ordered refreshments at the baseball game.
refreshment nuncountable, figurative (energized feeling) (μεταφορικά)αναζωογόνηση ουσ θηλ
  ανανέωση ουσ θηλ
 I love that feeling of refreshment and relaxation that you get from a beach vacation.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refreshment n(act of refreshing)αναζωογόνηση ουσ θηλ
  ανανέωση ουσ θηλ
  φρεσκάρισμα ουσ ουδ
 After this long week I'm going to need some rest and refreshment.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'refreshments' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση refreshments στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «refreshments».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!