• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
remodel [sth] vtr(style again) (χώρο)ανακαινίζω ρ μ
  αναδιαμορφώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)ξαναφτιάχνω ρ μ
 We will remodel our kitchen this year.
remodel [sth] vtr(make or build again)ανακατασκευάζω ρ μ
 (χώρο)ανακαινίζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)ξαναφτιάχνω ρ μ
 After the flood, the bridge had to be remodeled.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
remodel n(instance of remodeling)ανακατασκευή ουσ θηλ
 (για να γίνει πιο ωραίο, σύγχρονο)ανακαίνιση ουσ θηλ
 The country house is undergoing a remodel.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση remodeled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «remodeled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!