| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| rescue [sb/sth]⇒ vtr | (save) | σώζω ρ μ |
| | (επίσημο) | διασώζω ρ μ |
| | Julia saw that the little girl was in danger and rescued her. |
| | Η Τζούλια αντιλήφθηκε ότι το κοριτσάκι βρισκόταν σε κίνδυνο και το έσωσε. |
| rescue [sb/sth] from [sb/sth] vtr + prep | (save from danger) | σώζω κπ από κτ ρ μ + πρόθ |
| | (επίσημο) | διασώζω κπ από κτ ρ μ + πρόθ |
| | (καθομιλουμένη) | γλιτώνω κπ από κτ ρ μ + πρόθ |
| | Tim rescued the man from drowning. |
| | Ο Τιμ γλίτωσε τον άντρα από τον πνιγμό. |
| rescue [sb] from [sth] vtr + prep | (help, save from difficulty) | γλιτώνω κπ από κτ, σώζω κπ από κτ ρ μ + πρόθ |
| | (καθομ, μεταφορικά) | βγάζω κπ από κτ, τραβάω κπ από κτ ρ μ + πρόθ |
| | Daisy rescued her friend from her unhappy home. |
| | Η Ντέιζι γλίτωσε τη φίλη της από το δυστυχισμένο σπιτικό της. |
| rescue n | (act: saving from danger) | διάσωση ουσ θηλ |
| | The rescue was extremely difficult, due to hazardous weather conditions. |
| | Η διάσωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. |
| rescue n as adj | (involved in rescue) (σε γενική) | διάσωσης ουσ ως επίθ |
| | | σωστικός, διασωστικός επίθ |
| | The rescue team made their way down the cliff face to reach the accident victim. |