• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rosy adj(cheeks: pink)ροδαλός, ρόδινος επίθ
  κόκκινος επίθ
 The girl's cheeks turned rosy from embarrassment.
rosy adj(pink-red in colour)κόκκινος επίθ
 My shoulders get rosy in the sun.
rosy adjfigurative (optimistic)αισιόδοξος επίθ
 (μεταφορικά)μέσα από ροζ συννεφάκι έκφρ
 Your rosy outlook on life always makes me feel better.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rosy-cheeked adj(with pink cheeks)με ροδαλά μάγουλα περίφρ
  ροδομάγουλος επίθ
 Tammy was a rosy-cheeked girl.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rosied στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rosied».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!