|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sailor n | (military, navy) | ναύτης ουσ αρσ | | | My grandfather was a sailor in the Royal Navy. | | | Ο παππούς μου ήταν ναύτης στο Βασιλικό Ναυτικό. | | sailor n | (ship's crew) | ναύτης ουσ αρσ | | | | ναυτικός ουσ αρσ/θηλ | | | (ιστιοφόρο, ως χόμπυ) | ιστιοπλόος ουσ αρσ/θηλ | | | The sailors busied themselves preparing the ship for her journey. | | | Οι ναύτες ήταν απασχολημένοι με την προετοιμασία του πλοίου για το ταξίδι. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sailor n | (person who travels by ship) | επιβάτης πλοίου περίφρ | | | | που ταξιδεύει με πλοίο περίφρ | | | | που προτιμά το πλοίο περίφρ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση. | | | When it comes to travelling back to the UK from Europe, my husband and I are definitely sailors; we hate flying. |
Ο όρος 'sailors' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|