• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
second language n(non-native language)ξένη γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
second language n(language used in official setting)επίσημη γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
English as a Second Language n(school subject)αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα περίφρ
 Louise has a diploma in teaching English as a Second Language.
ESL ninitialism (English as a Second Language)Διδασκαλία της Αγγλικής ως Δεύτερης Γλώσσας περίφρ
TESL ninitialism (Teaching English as a Second Language)διδασκαλία αγγλικών ως δεύτερης γλώσσας φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'second language' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
ESL - TESL

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση second language στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «second language».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!