• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
speechless adj(shocked) (μεταφορικά)άφωνος, άλαλος επίθ
  μου κόβεται η μιλιά έκφρ
 Janet was speechless when she realised she'd won the lottery.
 Της Τζάνετ της κόπηκε η μιλιά όταν συνειδητοποίησε πως είχε κερδίσει το λόττο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
speechless adj(unable to speak)μουγγός, βουβός επίθ
 The speechless man tried to make the villagers understand what he needed through sign language.
speechless adj(inexpressible)ανείπωτος επίθ
 (συνήθως για κτ καλό)απερίγραπτος επίθ
 Gareth felt a speechless dread creep over him when he heard a sound in the empty house.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση speechlessly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «speechlessly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!