• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
throw [sth] around,
throw around [sth]
vtr phrasal sep
figurative, informal (ideas, etc.: exchange, brainstorm) (μεταφορικά)κατεβάζω ιδέες, ρίχνω ιδέες έκφρ
 The committee threw around some ideas, but none were adopted.
throw [sb/sth] around vtr phrasal sepfigurative, informal (treat roughly)συμπεριφέρομαι άγρια σε κπ/κτ έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
throw your weight around v exprfigurative, informal (be bossy, self-important)φέρομαι αυταρχικά ρ αμ + επίρ
 (μεταφορικά)το παίζω αφεντικό έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Charles is a bossy guy who likes throwing his weight around.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση throw around στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «throw around».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!