• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trammel n(restraint, fetter) (ακινητοποίηση)πέδικλο ουσ ουδ
  ποδοπέδη ουσ θηλ
 (λαϊκό)πεδούκλα, περδούκλα ουσ θηλ
the trammels of [sth] nplfigurative, literary ([sth] that restrains)τα δεσμά του κτ έκφρ
  το εμπόδιο του έκφρ έκφρ
  η τροχοπέδη του κτ έκφρ
trammel [sth/sb] vtr(restrain, hinder)εμποδίζω ρ μ
  κωλύω ρ μ
  βάζω εμπόδια περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trammel n(fishing net)μανωμένο δίχτυ επίθ + ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trammels στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trammels».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!