• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
untrue adj(statement: false, inaccurate)αναληθής επίθ
 Clara admitted that one of the things she'd said was untrue.
 Η Κλάρα παραδέχτηκε ότι υπήρχε κάτι απ' όλα όσα είχε πει, το οποίο ήταν αναληθές.
untrue adjpoetic (person: unfaithful) (λόγιος, ευφημισμός)ανειλικρινής επίθ
  άπιστος επίθ
 "Darling!" she cried, "you know I would never be untrue!"
untrue to [sb] adj + preppoetic (unfaithful to partner)άπιστος σε κπ επίθ + πρόθ
 Warren claimed that he'd never been untrue to his wife.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση untruly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «untruly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!