| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Canuck n | informal (Canadian person) | Καναδός, Καναδή ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "Canuck" στο Greek φόρουμ.Canuck - English Only forum
Canuck [insulting?] - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Canuck».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά