Fake

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfeɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/feɪk/ ,USA pronunciation: respelling(fāk)

Inflections of 'fake' (v): (⇒ conjugate)
fakes
v 3rd person singular
faking
v pres p
faked
v past
faked
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fake [sth] vtr(pretend)προσποιούμαι ρ μ
  παριστάνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)το παίζω έκφρ
 She probably won't know the answers, but will fake it.
 Πιθανόν να μην ξέρει τις απαντήσεις, αλλά θα προσποιηθεί το αντίθετο.
fake [sth] vtr(forge, counterfeit)πλαστογραφώ ρ μ
  δημιουργώ ψεύτικο περίφρ
  αντιγράφω ρ μ
 He used cheap pine and dye in an attempt to fake antique furniture.
 Χρησιμοποίησε φτηνό ξύλο πεύκου και μπογιά προσπαθώντας να δημιουργήσει ψεύτικα έπιπλα αντίκες.
fake [sth] vtr(imitate) (κάτι, ότι κάνω κάτι)υποκρίνομαι, προσποιούμαι ρ αμ
 (κάτι, κάποιον)υποδύομαι ρ μ
 A good actor can fake a lame leg.
 Ο καλός ηθοποιός μπορεί να υποκριθεί (or: προσποιηθεί) ότι κουτσαίνει.
 Ο καλός ηθοποιός μπορεί να υποδυθεί τον κουτσό.
fake vi(pretend, simulate [sth])υποκρίνομαι, προσποιούμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το παίζω έκφρ
 Is Joe really ill, or is he faking?
fake adj(not genuine, counterfeit)πλαστός επίθ
  ψεύτικος επίθ
 The customer tried to pass off a fake $10 bill as real.
fake adj(toy, pretend)ψεύτικος επίθ
  παιχνίδι ουσ ουδ
 The boy has a fake phone that he plays with.
 Το αγόρι έχει ένα ψεύτικο τηλέφωνο με το οποίο παίζει.
 Το αγόρι έχει ένα τηλέφωνο-παιχνίδι με το οποίο παίζει.
fake n([sth] not genuine, counterfeit)απομίμηση ουσ θηλ
  πλαστός επίθ
 (νοθευμένο έγγραφο)πλαστογράφημα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη, μτφ)μαϊμού ουσ ουδ
 It was no antique, but a modern fake.
 That video is clearly a fake; you can see they've used CGI.
 Δεν ήταν αντίκα, αλλά μια σύγχρονη απομίμηση.
 Το βίντεο ήταν ξεκάθαρα πλαστό, φαίνεται ότι έχουν χρησιμοποιήσει CGI.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το κείμενο δεν ήταν γνήσιο, αλλά πλαστογράφημα.
fake n([sb] phoney)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 He was a rogue, a fake who claimed to be a duke.
 Ήταν ένας αγύρτης, ένας απατεώνας που ισχυριζόταν πως ήταν δούκας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fake n(spurious story)απάτη ουσ θηλ
 (επίσημο)κίβδηλος επίθ
 His claim to the throne was proved to be a fake.
 Η διεκδίκησή του για τον θρόνο αποδείχτηκε πως ήταν απάτη.
 Η διεκδίκησή του για τον θρόνο αποδείχτηκε πως ήταν κίβδηλη.
fake n(sport: feint, deceptive move)προσποίηση ουσ θηλ
 The fake made the goalkeeper dive left.
 Η προσποίηση έκανε τον τερματοφύλακα να ριχτεί αριστερά.
fake [sth] vtr(make a deceptive move)κάνω προσποίηση περίφρ
 The footballer faked left and ran right.
 Ο ποδοσφαιριστής έκανε αριστερή προσποίηση και έτρεξε δεξιά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fake it v exprinformal (pretend to do [sth])προσποιούμαι, παριστάνω ρ αμ
 (μεταφορικά)το παίζω έκφρ
fake it v exprinformal (accomplish by improvising)αυτοσχεδιάζω ρ μ
fake news nuncountable (disinformation)fake news ουσ ουδ πλ
 The tabloid's claim that the couple are divorcing is fake news; they are still very much in love.
fake orgasm ninformal (simulated sexual climax)προσποιητός οργασμός, ψεύτικος οργασμός επίθ + ουσ αρσ
 Many women have fake orgasms to end bad sex sooner.
fake orgasm v expr(simulate sexual climax)προσποιούμαι οργασμό ρ μ + ουσ αρσ
 The truth is that men are just as likely to fake orgasm as women are.
fake [sb] out vtr + advUS, informal (trick, deceive)ξεγελάω, ξεγελώ ρ μ
fake smile ninformal (smile that is insincere)προσποιητό χαμόγελο, ψεύτικο χαμόγελο επίθ + ουσ ουδ
 Helen's fake smile never fooled me, I knew she was a snake from the beginning.
head fake,
head-fake
n
slang ([sth] misleading) (αργκό)παραπλανητικό στοιχείο έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Fake' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Fake στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Fake».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!