• WordReference
  • Definition
Ο όρος 'LGBT' παραπέμπει στον όρο ''LGBT''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'LGBT' is cross-referenced with ''LGBT''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: LGBT, GLBT, LGBTQ, LGBTQIA

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
LGBT,
LGBTQ
adj
initialism (lesbian, gay, bisexual, transgender)ΛΟΑΤ επίθ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
GLBT adjUS, dated, initialism (gay, lesbian, bisexual, transgender)ΛΟΑΤ επίθ
Σχόλιο: Now usually LGBT or LGBTQ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
LGBTQ n as adjinitialism (sexual orientation and gender) (συντομογραφία)ΛΟΑΤΚΙ επίθ άκλ
Σχόλιο: lesbian, gay, bisexual, transgender, queer
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
LGBTQIA exprinitialism (sexual orientation and gender)ΛΟΑΤΚΙ+
Σχόλιο: lesbian, gay, bisexual, transgender, queer, intersex, asexual
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση LGBT στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «LGBT».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!