abuser

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əbˈjuːzər/

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abuser,
-abuser
n
(person who misuses drugs, etc.) (ουσιών)που κάνει κατάχρηση περίφρ
  που κάνει κατάχρησεις περίφρ
 (ναρκωτικά)χρήστης, χρήστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Often used in combination
 The man arrested by police in connection with the theft is a known substance abuser.
abuser n(person who bullies [sb])αυτός που κακοποιεί περίφρ
  βασανιστής ουσ αρσ
 (λιγότερο σοβαρό)αυτός που κακομεταχειρίζεται περίφρ
 This helpline is open to anyone living with an abuser.
abuser n(person who sexually abuses [sb](γενικό)θύτης, δράστης ουσ αρσ
 (ειδικότερα, καθομ)βιαστής ουσ αρσ
 In the vast majority of cases, the abuser is known to the victim.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abuser στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «abuser».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!