adept

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈdɛpt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/adj. əˈdɛpt; n. ˈædɛpt, əˈdɛpt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj. ə dept; n. adept, ə dept)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
adept at doing [sth] adj(skilled)επιδέξιος, επιτήδειος, δεξιοτεχνικός επίθ
  ικανός, άξιος επίθ
 She's very adept at helping people develop their strengths.
adept n(expert) (με γνώσεις και εμπειρία)ειδικός επίθ ως ουσ
 (καθομιλουμένη)εξπέρ ουσ αρσ άκλ
  αυθεντία ουσ θηλ
 He's an internationally known adept at bridge.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'adept' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση adept στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «adept».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!